Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Το γεφύρι της Άρτας

Πρώτος μας σταθμός για φέτος η Άρτα και το πολυθρύλητο γεφύρι της.Και επειδή πολύς λόγος έγινε στην τάξη για τον Πρωτομάστορα,τη γυναίκα του και το "παλιοπούλι"-βλέπετε τον αγγελιαφόρο των κακών ειδήσεων τον ταυτίζουν με το περιεχόμενο της είδησης -και επειδή το τέλος του τραγουδιού μάλλον δεν ικανοποίησε  τις ρομαντικές ψυχές, ας  δούμε πώς φαντάστηκαν τη συνέχεια της ιστορίας κάποιοι από εσάς:

[...] Τότε ο πρωτομάστορας της εξήγησε πως πρέπει να τη θυσιάσουν για να χτιστεί το γεφύρι. Στην αρχή η γυναίκα του αρνήθηκε, αλλά αφού το ξανασκέφτηκε, διαπίστωσε πως η αξία αυτού του γεφυριού ήταν πολύ μεγάλη. Έπειτα αγκάλιασε για τελευταία φορά τον σύζυγό της και μπήκε στα θεμέλια του γεφυριού. Τότε οι μάστορες άρχισαν να χτίζουν από πάνω της.
                                       Κατερίνα Παπαδάκη    Γ4







{…}Ένας πιχάει με το μυστρί, και άλλος με τον ασβέστη.
Και τότε ο πρωτομάστορας πέφτει χάμω και κλαίει:
  «Γιατί πρέπει η γυναίκα μου να μπει μες στο γιοφύρι
και να την χτίσω εγώ ο ίδιος με τόσους μέγα λίθους;
                                 Άλλη γυναίκα να ΄τανε, να μην στεναχωριόμουν».
 Και η γυναίκα φώναξε και απάντησε σε αυτόνα:
«Μην θλίβεσαι αντρούλη μου κι εγώ θα σε προσέχω
 από ψηλά που θα βρίσκομαι στον ουρανό απάνω.
                       Άντε γεια σου αντρούλη μου και χτίσε γοργά την γέφυρα να φτιάξεις, για το καλό των πολιτών της Άρτας να γιορτάσεις».
 Θεοδόσης Παπαστεριάδης  Γ4



Ο ένας σοβατίζει με το μυστρί και ο άλλος με τον ασβέστη. Αλλά πριν ο πρωτομάστορας ρίξει την μεγάλη πέτρα, ένα απαλό αεράκι ανέμισε τα μαλλιά του  και σαν να του ψιθύρισε: « Τι πας να κάνεις;. Γιατί να την στοιχειώσεις, αφού δεν θα βρεις καμία άλλη γυναίκα να σε αγαπάει τόσο όσο αυτή»
Αμέσως ο πρωτομάστορας πέταξε την πέτρα από την γέφυρα και βοήθησε τη γυναίκα του να βγει. Εκείνη την στιγμή εμφανίζεται ξανά το πουλί και λέει: « Αυτό για εσένα, πρωτομάστορα, ήταν μια δοκιμασία. Έβαλες την αγάπη πάνω από όλα και αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα στην ζωή σου. Το έργο μπορεί να συνεχιστεί κανονικά χωρίς καμία θυσία».Είπε και εξαφανίστηκε.

        
Χριστίνα Αθανασιάδη   Γ1








   «Μάστορα μην πικραίνεσαι και εγώ να'πα'΄στο φέρω,

   εγώ να μπω κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να βρω» είπε η γυναίκα του πρωτομάστορα και άρχισε να κατεβαίνει στα θεμέλια του γεφυριού. Ο άντρας τότε δεν άντεξε και άρχισε να κλαίει. Εκείνη την στιγμή πήρε την απόφασή του......Θα θυσιαζόταν μαζί με την γυναίκα του. Έτσι, μπήκε και αυτός μαζί της στα θεμέλια εξηγώντας της τι θα γινόταν και για ποιό σκοπό θα θυσιαζόταν. Η γυναίκα αμέσως έβαλε τα κλάματα. Τα συναισθήματά της ήταν ανάμεικτα: θλίψη επειδή έπρεπε να θυσιαστεί μια ψυχή για το χτίσιμο του γεφυριού και χαρά που ο άντρας της δεν την άφησε μόνη να  θυσιαστεί. Τότε αγκαλιάστηκαν και στράφηκαν προς το άνοιγμα ,το οποίο ήταν έτοιμοι οι εργάτες να κλείσουν. Με μια κίνηση, ο πρωτομάστορας διέταξε να κλείσουν το άνοιγμα. Σιγά-σιγά το φως περιοριζόταν όλο και πιο πολύ, μέχρι που έμεινε μια μικρή ακτίνα φωτός. Το αντρόγυνο αγκαλιάστηκε πιο σφιχτά. Ήξεραν ότι θα πέθαιναν ,αλλά τους αρκούσε που ήταν μαζί και στον θάνατο. Σκοτάδι γέμισε τα μάτια και των δύο για πάντα. Κάποιοι λένε ότι όταν καμιά φορά περάσουν το γεφύρι το βράδυ, βλέπουν δύο σκιές αγκαλιασμένων ανθρώπων πάνω  από το σημείο που θυσιάστηκε το ζευγάρι, αλλά δεν βλέπουν κανέναν άνθρωπο τριγύρω....

                                                                              Φατμά Γιαρέμ Γ1






Η Αγγελική Αθανασιάδη από το Γ1 παρουσιάζει δύο διαφορετικές εκδοχές για το τέλος του τραγουδιού:


[...] «Κόρη το λόγο άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε
                 που’ χεις μονάκριβο αδερφό μη λάχει και περάσει»
                 Κι αυτή γυρνάει και του λέει:
                 «Την κατάρα αυτή εγώ δεν την αλλάζω,
                 που στα πόδια μου να πέσεις να με παρακαλείς.
                 Εύχομαι όλους να σας ακολουθεί,
                 γιατί με στοιχειώσατε άδικα όμορφη και μικρή»
                 Αυτά είπε η γυναίκα και σώπασε για πάντα.  


 



              [...] Και το πουλί βρήκε την κυρά και είπε:
                 «Αργά ντύσου, αργά άλλαξε, αργά να πας στο γιόμα.
                 Αργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι».
                 Μα η κόρη ξέχασε και δεν επήγε στο γιοφύρι
                 Κι ο μάστορας περίμενε ώρες και ώρες
                 κι χωρίς να έρχεται η κυρά, με θάρρος είπε:
                 «Εγώ σαν πρωτομάστορας θα μπω μέσα στα θεμέλια.
                  Εγώ θα στοιχειώσω τώρα της Άρτας το γιοφύρι.
                 Μα συ πουλακι μου μικρό,
                 μην πεις σε κανέναν πως θα’ μαι κει κάτω.
                 Κι αν  σε ρωτήσει η κυρά πες της αλλού πως πήγα.
                 Σε ξένο μέρος μακρινό καλύτερη τύχη να βρω».

 


Ακούστε το και μελοποιημένο
 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου